Ντιν Ταβουλάρης: Ο Έλληνας πίσω από τον “Νονό” του Κόπολα


Τι κοινό έχουν ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, ο Ρομάν Πολάνσκι, ο Μικελάντζελο Αντονιόνι, ο Άρθουρ Πεν και ο Βιμ Βέντερς; Όλοι τους έχουν συνεργαστεί με τον ελληνικής καταγωγής Ντιν Ταβουλάρη, ο οποίος ανέδειξε μερικές από τις σημαντικότερες ταινίες τους υπογράφοντας την καλλιτεχνική διεύθυνσή τους. 

Ο Ντιν Ταβουλάρης, ο οποίος είναι σχεδιαστής παραγωγής, αρχιτέκτων, ζωγράφος και καλλιτέχνης, έχει προταθεί τέσσερις φορές για Oscar για τις ταινίες «The Brink’s Job» του Γουίλιαμ Φρίντκιν, «Αποκάλυψη Τώρα», «Τάκερ» και «Ο Νονός 3». Τιμήθηκε με το Oscar Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης για την ταινία «Νονός 2» του Φράνσις Φορντ Κόπολα και με το Αγγλικό BAFTA για το «Τάκερ: ο άνθρωπος και το όνειρό του».

Γεννήθηκε τον Μάιο του 1932 στο Λόουελ της Μασαχουσέτης από Έλληνες μετανάστες. Τα παιδικά του και τα εφηβικά του χρόνια τα έζησε στη σκιά των Χολιγουντιανών στούντιο. Ο πατέρας του διατηρούσε μία καφετέρια και ένας από τους πελάτες του ήταν το στούντιο της Fox. Ο νεαρός τότε Ντιν Ταβουλάρης, τα καλοκαίρια, με το κλείσιμο των σχολείων βοηθούσε τον πατέρα του κάνοντας τη διανομή των καφέδων. Το delivery boy αντικρίζοντας για πρώτη φορά κινηματογραφικό πλατό έμεινε με τα μάτια διάπλατα ανοιχτά να κοιτά και να περιεργάζεται το χώρο γύρω του καθώς ήταν για εκείνον ένας μαγικός επίγειος παράδεισος, όπως άλλωστε ο ίδιος έχει παραδεχθεί.

Και κάπως έτσι ξεκινά η ιστορία ενός ανθρώπου που ήταν πίσω από τα μεγάλα σκηνοθετικά ονόματα, τα λαμπερά πρωταγωνιστικά ονόματα αλλά έγραψε το δικό του σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία της 7ης Τέχνης. Με σπουδές στην Αρχιτεκτονική και τη Ζωγραφική, η πρώτη δουλειά ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής ήταν η ταινία του Άρθουρ Πεν «Bonnie and Clyde» το 1967 και τέσσερα χρόνια αργότερα ήρθε η συνάντηση και η συνεργασία με τον Φράνσις Φορντ Κόπολα για τον «Νονό», μια δουλειά που θα απογειώσει το όνομά του και θα του χαρίσει στη συνέχεια το πολυπόθητο Χρυσό Αγαλματίδιο. 

Ο Κόπολα έχει πει για τον Ντιν Ταβουλάρη ότι ακόμη κι αν διαφωνούσε μαζί του, εμπιστευόταν πάντα το ένστικτο και την καλλιτεχνική ματιά του.

«Οποιαδήποτε μορφή του θεάματος είναι για αυτόν μια οπτική πανδαισία, μια πρόκληση, και μια πηγή έμπνευσης. Στην τέχνη του, δεν στέκεται στη μαγεία, την οπτική απάτη, οφθαλμαπάτη, ή στο ανύπαρκτο… Η διεισδυτική μάτια του, του επιτρέπει να δει και να αντιληφθεί πράγματα, που τον οδηγούν να συλλάβει αυτό που οι άλλοι δεν είναι μυημένοι να δούνε: τα τεχνάσματα, το στοιχείο της ζωής πάνω στο οποίο το πέπλο της ψευδαίσθησης πρωταγωνιστεί. 

Στο μυαλό του υπάρχει σαφής παραλληλισμός μεταξύ της ζωγραφικής και του κινηματογράφου, δεδομένου ότι ο ίδιος θεωρεί ότι το ένα είναι διαφορετικό από το άλλο, αλλά και συμβατά ώστε να δημιουργήσει έναν κόσμο ψευδαισθήσεων που μπορεί να υπάρχει μόνο σε μια διάσταση, αυτή της δικής του», τάδε έφη ο συγγραφέας Jean-Paul Scarpitta, εμείς απλά προσυπογράφουμε…