Ποία είναι η πραγματική αξία των τηλεοπτικών αδειών;


Η υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών των σταθμών πανελλαδικής εμβέλειας συγκεντρώνει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, λόγω του πολιτικού και επικοινωνιακού χαρακτήρα που απέκτησε η εν λόγω διαδικασία. 




Επί της ουσίας όμως, ποια είναι η σημασία της συγκεκριμένης αδειοδότησης από οικονομικής πλευράς; Θα υπάρχει η τηλεοπτική αγορά έτσι όπως την όρισε ο κ. Παππάς για την επόμενη δεκαετία (αυτή είναι η διάρκεια των αδειών), ή η φασαρία γίνεται «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη;», που λέει και ο ποιητής;
Πριν απαντήσουμε στο ερώτημα ας δούμε ποια είναι η χρησιμότητα των αδειών για τους κατόχους τους. Ουσιαστικά οι άδειες έχουν τρεις χρησιμότητες, δύο καθαρά οικονομικές και μια πολιτική/επικοινωνιακή/οικονομική/δικαστική κ.λπ. Η πρώτη, προφανής οικονομική χρησιμότητα αφορά στη δυνατότητά τους να αποσπούν μερίδιο της διαφημιστικής πίτας. Με δεδομένο το μικρό μέγεθος της πίτας -που θα παραμείνει μικρό ακόμα κι αν ανακάμψει κάποτε η οικονομία (λόγω της αναγκαστικά εξωστρεφούς φύσης που θα έχει η ανάκαμψη σε μια χώρα που δεν την δανείζουν), αλλά και της μείωσης του μεριδίου της τηλεόρασης, λόγω της διαρκούς ανάπτυξης του διαδικτύου και του προσφερόμενου οπτικοακουστικού περιεχομένου μέσω αυτού -, σοβαρές προοπτικές κερδοφορίας μέσω της κατοχής τηλεοπτικής άδειας δεν υπάρχουν. Αντίθετα οι πολλαπλές δυνατότητες που έχουν οι εκτός αδειοδότησης ανταγωνιστές να προσφέρουν παρεμφερές τηλεοπτικό προϊόν με πολύ μικρότερο κόστος είτε μέσω περιφερειακών σταθμών, είτε μέσω του διαδικτύου και της συνδρομητικής τηλεόρασης, είτε μέσω καναλιών του εξωτερικού, καθιστά τη θέση των αδειοδοτημένων εξαιρετικά επισφαλή από πλευράς οικονομικής βιωσιμότητας. Ιδίως αν συνυπολογίσουμε τις δεινοσαυρικές απαιτήσεις (αριθμός εργαζομένων κ.λπ.) της σχετικής προκήρυξης.

Η δεύτερη οικονομική χρησιμότητα μιας άδειας αφορά στην αξία της ως εργαλείο συναλλαγής με την πολιτική εξουσία για την προνομιακή πρόσβαση φιλίων συμφερόντων του καναλάρχη στο κρατικό χρήμα. Το κρατικό χρήμα την εποχή αυτή είναι πολύ λιγότερο σε σχέση με το παρελθόν, αλλά σε μια οικονομία με πολύχρονη ύφεση η αξία του έχει πολλαπλασιαστεί. Η αξία της άδειας από αυτή την πλευρά είναι σε άμεση συνάρτηση της πολιτικής επιρροής που διαθέτει το κανάλι. Οι λίγες άδειες διευκολύνουν να δημιουργηθεί ένα σταθερό καρτέλ που να στηρίζει την (εκάστοτε) κυβέρνηση, έναντι μιας συνεχούς ροής ανταλλαγμάτων. Το πρόβλημα σε όλα αυτά είναι ότι ήδη η πολιτική επιρροή των καναλιών πανελλαδικής εμβέλειας έχει περιοριστεί και θα συνεχίσει να περιορίζεται, όχι μόνο λόγω των παραγόντων που αναφέραμε αλλά και λόγω του υποψιασμένου και καχύποπτου κοινού. 

Η τρίτη χρησιμότητα αφορά στη διαχείριση της πληροφορίας. Κοινώς στη δυνατότητα ανάδειξης θεμάτων που αυξάνουν την πολιτική/επικοινωνιακή/οικονομική/δικαστική διαπραγματευτική δύναμη του εκάστοτε ιδιοκτήτη στις άλλες του δραστηριότητες. Όσο μεγαλύτερες οι σχετικές δραστηριότητες (ή οι κίνδυνοι που εμπεριέχουν π.χ. για θέματα προσωπικής ελευθερίας), τόσο μεγαλύτερη η αξία της συγκεκριμένης άδειας. Κι εδώ η εξέλιξη θα μειώσει την επιρροή των καναλιών στο μέλλον, όμως για την αξιοποίηση αυτής της πτυχής της άδειας δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη καρτέλ ή ολιγοπωλίου. Αρκεί ένα μικρό μερίδιο στην συγκεκριμένη αγορά και ένα καλό δίκτυο πληροφοριών.

Θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης: Μα δεν είναι όλα αυτά (η δεύτερη και η τρίτη πτυχή) πάντοτε παράνομα; Η απάντηση είναι δυστυχώς αρνητική. Μετά την απόκτηση της άδειας δεν είναι ανάγκη ο ιδιοκτήτης να ασκεί ενεργά αυτές τις δυνατότητες (και οι ευφυέστεροι δεν το κάνουν σχεδόν ποτέ). Η γνώση όλων των πλευρών ότι διαθέτει τη σχετική ισχύ δημιουργεί ένα ανομολόγητο και κυριολεκτικά αόρατο δίκτυο αυτό-ελεγχόμενων συμπεριφορών, των πολιτικών, των οικονομικών παραγόντων, των κρατικών λειτουργών κ.λπ. Αυτή είναι και η μαγεία της έννοιας της διαπλοκής, ότι μπορεί να λειτουργήσει ακόμα και χωρίς καμία παράνομη πράξη. 

Ποια είναι η μοναδική απάντηση στο πρόβλημα; Μα ο ανταγωνισμός και η αύξηση του αριθμού των «παικτών», που απαξιώνει τις σκοτεινές πτυχές της χρησιμότητας των αδειών που προαναφέραμε. Κι αυτός ευτυχώς, είτε μέσω της τεχνολογίας, είτε λόγω πολιτικών εξελίξεων, είτε λόγω της συμμετοχής της χώρας στην Ευρώπη, δεν μπορεί, ούτε πρόκειται τελικά να περιοριστεί. Οπότε…